Κλινική Διατροφή

Τροφική δυσανεξία - Σχέση με την απώλεια βάρους

01/09/2018

Τι είναι τροφική δυσανεξία;

Τροφική δυσανεξία είναι οποιαδήποτε παθολογική απόκριση του ανθρώπινου οργανισμού στην κατανάλωση συγκεκριμένων συστατικών των τροφών. Τα συστατικά μπορεί να υπάρχουν φυσιολογικά στα τρόφιμα ή να είναι πρόσθετα/συντηρητικά της επεξεργασίας αυτών. Η απόκριση αυτή μπορεί να οφείλεται σε μεταβολικές, φαρμακολογικές ή τοξικές επιδράσεις των συστατικών της τροφής και λιγότερο σε ανοσολογική απάντηση, όπως συμβαίνει στις αλλεργίες. Χαρακτηριστικά αναφέρονται η δυσανεξία στη γλουτένη (κοιλιοκάκη) καθώς και η δυσανεξία στη λακτόζη.

Πρέπει να αναφερθεί ότι τα περισσότερα τεστ δυσανεξίας αναφέρονται σε μια καθυστερημένη αλλεργική αντίδραση σε διατροφικά συστατικά (τροφική υπερευαισθησία). Πιο συγκεκριμένα, ο οργανισμός παράγει αντισώματα IgG σε απόκριση του αλλεργιογόνου παράγοντα. Τα συμπτώματα μπορούν να εμφανιστούν μετά από ώρες έως και μερικές μέρες μετά από την κατανάλωση των συστατικών. Τα συμπτώματα αυτά περιλαμβάνουν δύσπνοια, πρήξιμο, ερύθημα, αναφυλαξία, κνίδωση (έκζεμα), επιπεφυκίτιδα, ρινόρροια, ρινίτιδα, άσθμα, γαστρεντερίτιδα, ταχυπαλμία, εφίδρωση κ.α. Οι κλασσικές τροφικές αλλεργίες εμφανίζουν εντονότερα συμπτώματα άμεσα (πρήξιμο, αναφυλαξία, κνίδωση κ.α.) και χαρακτηρίζονται από παραγωγή IgEαντισωμάτων.

Τι είναι τα τεστ τροφικής δυσανεξίας; Μπορούν να ανιχνεύσουν την τροφική δυσανεξία;

Ο πλέον ενδεδειγμένος και αποδεκτός από την επιστημονική κοινότητα, τρόπος ανίχνευσης τωντροφικώνδυσανεξιών είναι οι ελεγχόμενες δίαιτες αποκλεισμού. Σύμφωνα με την τεχνική αυτή, γίνεται εκλεκτικός αποκλεισμός από τη δίαιτα του ασθενούς συγκεκριμένωντροφών, για τις οποίες υπάρχουν ενδείξεις δυσανεξίας και παρατήρηση των συμπτωμάτων. Αν τα συμπτώματα υποχωρήσουν μετά  τον αποκλεισμό του τροφίμου και επανέλθουν με τη σταδιακή επανένταξή του, τότε αυτό αποτελεί πιστοποίηση της δυσανεξίας στο συγκεκριμένο τρόφιμο. Η μέθοδος αυτή είναι χρονοβόρα, απαιτεί υπομονή αλλά είναι η μόνη που μπορεί να δώσει αξιόπιστα αποτελέσματα για τα τρόφιμα που μπορούν να προκαλούν τροφική δυσανεξία στον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά.

Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, έχειεμφανιστεί στο εμπόριο πλήθος τεστ για την ανίχνευση των τροφικών δυσανεξιών και για τα περισσότερα από αυτά, οι βιοχημικοί/βιοφυσικοί μηχανισμοί πάνω στους οποίους στηρίζεται η λειτουργία τους αλλά και η διαγνωστική τους αξία είναι αμφισβητήσιμη από την επιστημονική κοινότητα. Χαρακτηριστικά αναφέρονται τα παρακάτω τεστ:

Τεστ κβαντικής βιοανάδρασης-βιοσυντονισμού

Το τεστ αυτό υποστηρίζει ότι μπορεί να προσδιορίσει τροφές που προκαλούν δυσανεξία μετρώντας τη συμβατότητά τους με τα μαγνητικά πεδία των ιστών. Η ηλεκτρομαγνητική απόκριση στη τροφή μετριέται με μηχανήματα “βιοανίχνευσης/βιοσυντονισμού”, τα οποία στην πραγματικότητα είναι απλά γαλβανόμετρα με ηλεκτρόδια τα οποία μετρούν τη διαφορά ηλεκτρικής αγωγιμότητας του σώματος σε σύγκριση με αυτή των τροφών. Κλινικές έρευνες έχουν δείξει ότι τα τεστ αυτά δεν έχουν καμία επαναληψιμότητα και καμία διαγνωστική αξία, ενώ το 1999 το Βρετανικό συμβούλιο προτύπων διαφήμισης τόνισε ότι οι διαγνωστικοί ισχυρισμοί των μηχανημάτων βιοσυντονισμού είναι ανυπόστατοι και αναληθείς.

Τεστ “κλινικής μικροσκοπίας” (livebloodanalysis)

Το τεστ αυτό στηρίζεται στην μικροσκοπική εξέταση μίας σταγόνας αίματος από την οποία, τα τεστ αυτά υποστηρίζουν ότι μπορούν να ανιχνεύσουν ανωμαλίες στην πήξη του αίματος, ορμονολογικές διαταραχές, οξειδωτικό στρες, δυσανεξίες στα τρόφιμα και γενικότερα φθορές αιματικών κυττάρων. Μία μικροσκοπική ανάλυση δεν μπορεί να δώσει όλες αυτές τις πληροφορίες.

Λευκοκυτταροτοξικά τεστ (Alcat ή Nutrontest)

Τα τεστ αυτά βασίζονται στην επώαση λευκοκυττάρων του ασθενή με εκχυλίσματα τροφίμων που έχουν υποστεί τεχνητή πέψη ερχόμενα σε επαφή με ένζυμα του γαστρεντερολογικού σωλήνα. Από κει και πέρα, είτε γίνεται παρατήρηση των αλλαγών των φαινοτύπων χαρακτηριστικών των λευκοκυττάρων στο μικροσκόπιο, είτε μετρώνται βιοχημικοί δείκτες ενεργοποίησής τους ως ένδειξη υπερευαισθησίας στα εκχυλίσματα. Αυτά τα invitro(συνθήκες εργαστηρίου) κυτταρικά τεστ σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να προσομοιάσουν τις πραγματικές invivo(φυσιολογικες συνθήκες) συνθήκες πέψης και λευκοκυτταρικής ενεργοποίησης απόσυστατικά των τροφίμων, οι οποίες διαφοροποιούνται σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο, ακόμα και για το ίδιο τρόφιμο. Δεν μπορούν, συνεπώς, να έχουν καμία διαγνωστική αξία για τις τροφικές δυσανεξίες και μόνο ενδείξεις, για την απόκριση ενός ανθρώπου σε συγκεκριμένα τρόφιμα, μπορούν να δώσουν.

Κινησιολογικά τεστ

Τα κινησιολογικά τεστ βασίζονται στην ιδέα ότι συγκεκριμένα τρόφιμα προκαλούν μια ενεργειακή ανισορροπία στο σώμα, η οποία ανιχνεύεται με την μέτρηση της απόκρισης του μυ στο τρόφιμο, το οποίο ο ασθενής κρατά μέσα σε γυάλινο δοχείο. Ωστόσο, δεν υπάρχουν μελέτες που να αποδεικνύουν τη διαγνωστική αξία αυτής της μεθόδου.

Τεστ δυσανεξίας με αντίδραση αντισωμάτων IgG

Τα τεστ αυτά είναι αιματολογικά και βασίζονται στην μέτρηση της ποσότητας των αντισωμάτων IgG (συνήθως IgG4), έναντι συγκεκριμένων τροφικών αντιγόνων, που μπορούν να υπάρχουν στο αίμα κάθε ανθρώπου. Η μέτρηση των αντισωμάτων γίνεται με ανοσοενζυμικές τεχνικές τύπου ELISA. Η λογική πίσω από την μέτρηση των συγκεκριμένων αντισωμάτων είναι ότι αυτά παράγονται κατά την invitro αποκοκκίωση των βασεόφιλων και μαστοκυττάρων, ότι σχετίζονται με την ενεργοποίηση του συμπληρώματος (μηχανισμών που ενεργοποιούνται στην αλλεργία και την αναφυλαξία) και ότι έχουν ανιχνευθεί υψηλές συγκεντρώσεις αυτών στο αίμαατοπικών ασθενών. Τα τεστ αυτά υποστηρίζουν ότι αν η συγκέντρωση των αντισωμάτων IgG έναντι αντιγόνων συγκεκριμένων εκχυλισμάτων ξεπεράσεικάποιο κατώφλι, τότε αυτό είναι ένδειξη δυσανεξίας (ή τροφικής υπερευαισθησίας) στο τρόφιμο από το οποίο έχει προέλθει το εκχύλισμα. Ωστόσο από ανοσολογική άποψη είναι απολύτως λογικό και φυσιολογικό ένας άνθρωπος να έχει περισσότερα IgG αντισώματα έναντι τροφίμων που καταναλώνει πιο συχνά και μάλιστα πλέον υποστηρίζεται ότι η ύπαρξη υψηλών συγκεντρώσεων IgG είναι ένδειξη ανοσοαντοχής και όχι δυσανεξίας. Επίσης, τα τελευταία χρόνια έχει βρεθεί ότι τα IgG αντισώματα μπορούν να δράσουν προστατευτικά έναντι πραγματικών IgE- εξαρτώμενων τροφικών και μη αλλεργιών. Τέλος, δεν έχουν βρεθεί συσχετίσεις των επιπέδων των αντισωμάτων αυτών με κλινικά συμπτώματα δυσανεξίας ενώ δεν υπάρχει καμία μελέτη στην επιστημονική βιβλιογραφία που να εκτιμά τη διαγνωστική αξία αυτών των τεστ. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο τρόπος παρασκευής των αντιγόνων σε αυτά τα τεστ είναι τις περισσότερες φορές άγνωστος στην επιστημονική κοινότητα αλλά και αμφισβητήσιμος αφού μπορεί να περιέχονται σε αυτά και προσμίξεις αντιγόνων που έχουν προκύψει από την εκχύλιση των αντιγόνων από τα τρόφιμα (οργανικοί διαλύτες, μικροβιακά αντιγόνα) τα οποία μπορούν να δώσουν ψευδώς θετικά αποτελέσματα. Για τους παραπάνω λόγους, πολλές έγκριτες επιστημονικές εταιρείες όπως:

  • European Academy of Allergy and Clinical Immunology
  • National Institute of Clinical Excellence
  • American Academy of Allergy, Asthma and Immunology
  • American College of Allergy, Asthma and Immunology
  • National Institute of Allergy and Infectious Diseases
  • Australasian Society of Clinical Immunology and Allergy

απορρίπτουν τα τεστ μέτρησης IgGαντισωμάτων ως αξιόπιστα εργαλεία ανίχνευσης τροφικών δυσανεξιών.

Επομένως αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν στο εμπόριο αξιόπιστα και πιστοποιημένα για την διαγνωστική τους αξία κλινικά τεστ ανίχνευσης τροφικών δυσανεξιών.

Σχετίζεται η τροφική δυσανεξία με την απώλεια/πρόσληψη βάρους και με άλλες διατροφικές διαταραχές;

Οι υποστηρικτές της σχέσης τροφικής δυσανεξίας και διατροφικών διαταραχών στηρίζονται σε αποσπασματικές βιοχημικές μελέτες, οι οποίες όμως δεν έχουν επιβεβαιωθεί στην κλινική πράξη. Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι οι τροφικές δυσανεξίες ή καλύτερα οι τροφικές υπερευαισθησίες, μέσω της ανοσολογικής απόκρισης και της έκκρισης χημικών μεσολαβητών μπορούν να επάγουν: α) κατακράτηση υγρών, β) αναστολή της λιπόλυσης, γ) διατροφικές εξαρτήσεις, αύξηση της όρεξης και υπερφαγία, δ) μείωση του βασικού μεταβολικού ρυθμού.

Ωστόσο, μια συστηματική αναζήτηση στις πλέον αξιόπιστες και αναλυτικές βιβλιογραφικές βάσεις δεδομένων PubMed και Scopus έδειξε ότι δεν υπάρχει ούτε μία επιστημονική μελέτη που να συσχετίζει τις τροφικές δυσανεξίες με τη παχυσαρκία, την ικανότητα απώλειας πρόσληψης βάρους και γενικότερα τις διατροφικές διαταραχές. Παράλληλα, καμία τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη δεν έχει αποδείξει ότι η θεραπεία των τροφικών δυσανεξιών μπορεί να υποβοηθήσει στην απώλεια βάρους. Συνεπώς, τα επιστημονικά δεδομένα αυτή τη στιγμή δεν υποστηρίζουν ότι η ανίχνευση κι η θεραπεία των τροφικών δυσανεξιών μπορεί να βοηθήσει σε προγράμματα απώλειας βάρους, στη μείωση της παχυσαρκίας και στη βελτίωση των διατροφικών διαταραχών.

Μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα τεστ δυσανεξίας σε προγράμματα απώλειας βάρους;

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η χρησιμοποίηση των τεστ δυσανεξίας σε προγράμματα απώλειας βάρους δεν έχει καμία επιστημονική βάση, αφενός γιατί τα τεστ που χρησιμοποιούνται δεν έχουν διαγνωστική αξία, αφετέρου γιατί οι τροφικές δυσανεξίες δεν σχετίζονται με την απώλεια βάρους. Συνεπώς, τα τεστ αυτά δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται σε διαιτολογικά κέντρα ως εργαλεία που θα καθορίζουν τα προγράμματα απώλειας βάρους, από τη μίαεπειδή δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα και από την άλληεπειδή μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντικές διατροφικές ελλείψεις με τον αποκλεισμό τροφών,οι οποίες σύμφωνα με το τεστ μπορούν να προκαλέσουν τροφικές δυσανεξίες.